ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΡΕΥΜΑ

     ΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ
ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ
ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ή ΕΞΕΛΙΞΗ
ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ
ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΑΡΙ
ΑΠ' ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΜΕ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ
 Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΚΛΕΨΑ ΗΤΑΝ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ

Τα παρακάτω είναι συνέντευξη του Έντουαρτ Λέκα που παραχώρησε στην Έφη Μαρίνου και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «ΕΨΙΛΟΝ» την «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» στις 26.11.2006

Eduart
«Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΕΚΛΕΨΑ ΗΤΑΝ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ»

Ο Έντουαρτ Λέκα το θεωρούσε πολύ φυσικό να κλέβει, να ληστεύει, να παρανομεί. Όταν ήρθε στη χώρα μας, το 1992, «διέπρεψε» σμίγοντας με την αλβανική μαφία. Δεν άργησε να φτάσει και στο φόνο, κάπου στην οδό Φυλής. Το 2002 -κι ενώ έχουν μεσολαβήσει πολλά- επιστρέφει στην Ελλάδα για να παραδοθεί! Σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης 14 ετών – σε ένα χρόνο όμως ελπίζει να βγει. Ζωή σαν ταινία, ε; Η ταινία που φέρει το όνομά του, λοιπόν, προβλήθηκε χθες στην Θεσσαλονίκη. Εμείς όμως, την ιστορία του την ακούσαμε από τον ίδιο. Και είναι απίστευτη…

Τον Οκτώβριο του 1993 ο αλβανός λαθρομετανάστης Έντουαρτ Λέκα σκότωσε έναν 69χρονο κτηματομεσίτη μέσα στο διαμέρισμά του στην οδό Φυλής. Το έγκλημα έμεινε για τις ελληνικές αστυνομικές αρχές ανεξιχνίαστο. Ξαναγύρισε στην πατρίδα του και εξέτισε ποινή ενάμιση χρόνου για άλλη υπόθεση. Εννέα χρόνια αργότερα ο Εντουαρτ περνάει ξανά παράνομα τα σύνορα. Αυτή τη φορά όμως, για να παραδοθεί οικειοθελώς στο αστυνομικό τμήμα της Κρυσταλλοπηγής, στη Φλώρινα. «Κάτι παλιό χρωστάω να πληρώσω στη χώρα σας» είπε και διηγήθηκε την ιστορία του.

Την ίδια περίπου, ιστορία διηγείται στην μεγάλη οθόνη η σκηνοθέτης Αγγελική Αντωνίου με την ταινία της «Eduart» που παίχτηκε χθες στο 47Ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Η περίπτωση «Εντουαρτ» στη διεθνή εγκληματολογία συμβαίνει μια φορά στα εκατό χρόνια. Εκείνος αντιλαμβάνεται την πράξη του ως απολύτως φυσιολογική. Έπειτα από χρόνια «καριέρα» στην παρανομία και στο έγκλημα, ο Έντουαρτ πίστεψε στο Θεό. Και αναγεννήθηκε. Και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει, λέει, ήταν να ταχτοποιήσει τα «χρωστούμενα». Σήμερα εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στις φυλακές του Άργους. Ύστερα από περιπέτειες καταφέραμε να τον βρούμε. Δέχτηκε να μας μιλήσει, αρκεί να σεβαστούμε τη δική του αλήθεια. Ο ίδιος δεν ξέρει ούτε νοιάζεται για τον κινηματογραφικό μύθο. Η αλήθεια της ζωής του τον ενδιαφέρει, την οποία συνδέει άμεσα πλέον με την πίστη του.




Πόσο μικρός άρχισες την καριέρα σου στην παραβατικότητα;
«Ο πρώτος άνθρωπος που έκλεψα ήταν η μητέρα μου. Δούλευε στους σιδηρόδρομους, στο ταμείο. Πήγαινα εκεί και , κρυφά, της έπαιρνα λίγα και στη συνέχεια περισσότερα χρήματα. Μέχρι που οργάνωσα κανονική ληστεία στο σταθμό. Της πήρα τα κλειδιά και άδειασα το ταμείο όπου φυλάγονταν τα χρήματα, χωρίς να αφήσω ίχνη, γιατί φρόντισα να σπάσω επίτηδες τα λουκέτα. Όμως κάποια στιγμή το κατάλαβαν. Η μητέρα μου η καημένη αρνιόταν ότι μπορεί να το έχω κάνει εγώ, ενώ ο πατέρας μου πήγε να πεθάνει από ντροπή. Οι δικοί μου ήξεραν πως ήμουν πολύ ατίθασος. Τσακωνόμουν, χτυπιόμουν με συμμαθητές μου, αλλά δεν φαντάζονταν ποτέ ότι θα έκλεβα. Έπειτα, έδειχνα τόσο αθώος… Ο πατέρας μου τακτοποίησε το θέμα της ληστείας και ο φάκελος έκλεισε. Όμως μετά την πρώτη φορά θα έρθει και δεύτερη. Τι να ντραπώ πια; Και από ποιόν;»

Τι σε έσπρωχνε να κλέβεις;
«Ήθελα να αποκτήσω αυτά που έβλεπα γύρω μου και μου άρεσαν. Πάντα σκεφτόμουνα πως όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι. Διαφέρουν απλώς στην εξυπνάδα. Άλλους τους πιάνουν και άλλους όχι. Έπειτα, στην Αλβανία, τέτοια καμώματα δεν αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση- αντίθετα, με ζήλια και περηφάνια. Κάνοντας μια κλοπή, δεν σκεφτόμουνα ποτέ ότι θα αφαιρέσω χρήματα κάποιου που κουράστηκε δουλεύοντας 8 ώρες για να τα κερδίσει. Ήθελα να φτιαχτώ εύκολα, γρήγορα, με όποιον τρόπο, όσο παράνομος και αν ήταν»


Πότε πρωτοήρθες στην Ελλάδα;
«Το 1992 πέρασα τα σύνορα με τα πόδια και κατέβηκα στην Αθήνα με λεωφορείο. Με παρέες Αλβανών μπλέχτηκα σε διάφορες δουλειές. Με παπατζήδες στο κέντρο της Αθήνας, ληστείες με ελαφρύ οπλισμό, μαχαίρι ή πιστόλι, διακίνηση κλεμμένων αντικειμένων. Πέρασα πολλές ώρες γύρω από την πλατεία Ομονοίας. Καθόμουνα, ¨έκοβα¨ τους περαστικούς και τους ¨τραβούσα¨ στους παπατζήδες. Το μυαλό μου όμως βασάνιζαν άλλες σκέψεις, πιο κερδοφόρες. Να φέρω χασίς και κορίτσια από την Αλβανία στην Ελλάδα»

Στο φόνο πως έφτασες;
«Έγινε τον Οκτώβριο του ’93. Δεν είχα φόβο. Η παρέα μου είχε καταλάβει πως έχω τα προσόντα για οποιαδήποτε δύσκολη επιχείρηση. Μου είχαν δώσει κάποτε πληροφορία ότι σ’ ένα διαμέρισμα στην πλατεία Βικτωρίας μένει ένας ηλικιωμένος μόνος με πολλά λεφτά. ¨Αν φτάσεις στην πόρτα, όλα θα είναι εντάξει¨, θυμάμαι τα λόγια τους. Είχε περάσει καιρός που δεν ασχολήθηκα με το θέμα γιατί είχα λεφτά. Μέχρι που μια μέρα παίζω ιππόδρομο στα παράνομα ηλεκτρονικά, κάπου στην Πατησίων, και χάνω 300.000 δραχμές. Ξεμένω. Θυμάμαι τότε τον τύπο που μου είχαν πει. Κι έτσι όπως ήμουν, ξεκινάω. Είχα πιεί πολύ ‘’μαύρο’’ και πολλές μπύρες. Πετούσα, δεν φοβόμουνα τίποτα. Ήταν νωρίς, γύρω στις 8 το βράδυ κι όλος ο κόσμος ήταν έξω στους δρόμους. Δεν χτυπάω την κάτω πόρτα. Περιμένω μέχρι που έρχεται κάποιος ένοικος. Ανοίγει και μπαίνω πίσω του. Φτάνω στο διαμέρισμα, χτυπάω το κουδούνι κι αυτός μισανοίγει την πόρτα. Σπρώχνω και ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι πρόκειται για κακό. Δυστυχώς δεν ήταν ούτε γέρος ούτε μικρόσωμος»

Οπλοφορούσες;
«Όχι δεν είχα τίποτα επάνω μου. Έτσι όπως ήμουνα ¨φτιαγμένος¨ δεν το είχα ανάγκη. Άλλωστε, δεν πας στην καφετέρια με όπλο. Πίστευα πως θα τον τρομοκρατήσω και δεν θ’ αντισταθεί. Είχε στρωμένο τραπέζι και ετοιμαζόταν να δειπνήσει. Επάνω στο τραπέζι βρισκόταν ένα μαχαίρι. Αρχίζουμε να παίζουμε ξύλο. Τον ζαλίζω και πέφτει κάτω. Βρίσκω μια ζώνη από παντελόνι και την σφίγγω στον λαιμό του για να τον εμποδίσω να ουρλιάξει. Το μυαλό μου ήταν χάλια. Αρχίζω να ψάχνω, και κάποια στιγμή τον βλέπω πίσω μου να σηκώνεται σιγά σιγά. Πιάνω το βλέμμα του στραμμένο στο μαχαίρι του τραπεζιού. Προλαβαίνω να το πιάσω πρώτος και προτείνοντάς το αρχίζω να τον απειλώ. Του λέω πως αν μιλήσει, αν κινηθεί, θα τον σκοτώσω. Αυτός περπατούσε σαν μεθυσμένος από τα χτυπήματα και από το σφίξιμο της ζώνης. Με πλησιάζει, σπρώχνοντας με, έως ότου ακουμπάω τοίχο. Αρχίζουμε πάλι να χτυπιόμαστε. Κάποια στιγμή του καρφώνω το μαχαίρι στο λαιμό. Για τέσσερα-πέντε λεπτά ερευνώ το σπίτι. Ακούω το τηλέφωνο να χτυπάει και συνεχίζω βιαστικά. Πήρα λίγα χρήματα που είχε στην τσέπη του και τύλιξα μέσα σ’ ένα σεντόνι τηλεόραση, βίντεο και άλλα μικροαντικείμενα».

Εκπληκτική ψυχραιμία και άνεση μετά από έναν φόνο! Πως κουβάλησες στο δρόμο, μέρα σχεδόν, τα πράγματα;
«Το 1993 το πρόσωπό μου έμοιαζε με του καλύτερου παιδιού. Αν μ’ έβλεπε κάποιος δεν θα σκεφτόταν ότι είμαι επικίνδυνος. Ύστερα, έκανα και λίγο το χαζό: ένας ταλαιπωρημένος μετανάστης που κάποιος τον έβαλε να κουβαλήσει πράγματα. Πήγα στο Μοναστηράκι, τα έκρυψα κάπου με ασφάλεια και έπειτα από μήνες τα πούλησα»

Όταν έφυγες από το σπίτι ήξερες ότι τον είχες αφήσει νεκρό;
«Δεν ήμουν σίγουρος. Είχα μάλλον τη σκέψη ότι δεν θα ζούσε. Τον άφησα χτυπημένο, μ’ ένα μαχαίρι καρφωμένο στο λαιμό, ολομόναχο σ’ ένα σπίτι. Αν δεν είχε πεθάνει αμέσως, ίσως συνέβαινε αργότερα από αιμορραγία»

Τι σκεφτόσουν, τι ένιωθες μετά από αυτό;
«Τίποτα. Δεν σκεφτόμουνα καθόλου αυτόν. Με απασχολούσε αποκλειστικά τα θα γίνει μ’ εμένα. Δεν ξαναπέρασα από την περιοχή, δεν παρακολούθησα ποτέ ειδήσεις για να μάθω τι έγινε. Άλλωστε, τότε ήξερα ελάχιστες λέξεις στα ελληνικά»

Όμως, είχε ήδη σημειωθεί ένα «ποιοτικό άλμα» στη δράση σου. Από τις ληστείες πέρασες στο φόνο. Αυτό δεν σ’ έκανε να νιώσεις κάπως διαφορετικά;
«Δεν ένιωθα, αν αυτό εννοείς, ενοχές. Τίποτα δεν με βασάνιζε ούτε και φοβόμουν. Δεν έκανα τίποτα κακό. Πήγα να κάνω μια δουλειά, κάποιος με εμπόδισε και τον σκότωσα! Βέβαια, συνέβη κάτι περίεργο. Δεν αισθανόμουνα καλά τον οργανισμό μου. Πηγαίναμε με την παρέα για πίτσα ή σουβλάκια και δεν έτρωγα καθόλου. Η θέα του φαγητού μου έφερνε τάση εμετού. Για τέσσερις μήνες δεν μπορούσα να φάω. Έπειτα από μέρες, με το ζόρι έβαζα ελάχιστη τροφή στο στόμα μου. Περνούσα μόνο με ποτά και ναρκωτικά. Με ρωτούσαν οι άλλοι τι έχω και δεν ήξερα να πω. Τους έλεγα πως νοιώθω σαν να υπάρχει στο στήθος μου ένα μπουκάλι που με πιέζει πολύ. Σαν αν είχα έναν ποντικό στα σωθικά μου…»

Μίλησες σε κανέναν για το περιστατικό;
«Δεν είπα τίποτα πουθενά. Διέγραψα το γεγονός, σαν να μην έγινε ποτέ. Μηδέν… Συνέχισα τη ζωή μου όπως πριν: ‘’χόρτο’’, ποτά, ληστείες και σχέδια για κάνα καλό κόλπο»

Ξαναγύρισες, όμως, στην Αλβανία.
«Με σταματάει η αστυνομία στο δρόμο τον Φεβρουάριο του 1994.Φοβήθηκα ότι μ’ έπιασαν για το έγκλημα. Τότε πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως όλα τελείωσαν. Θα μείνω στην φυλακή για πάντα. Κι όμως όχι. Με βρίσκουν απλά χωρίς χαρτιά και με στέλνουν πίσω. Ηρέμησα, γιατί κατάλαβα πως δεν άφησα ίχνη στον τόπο του εγκλήματος. Λέω στον εαυτό μου: ¨Θα δουλεύεις προσεχτικά για να μην σε πιάσουν ποτέ¨. Την Πρωτομαγιά κάνω την δεύτερη ληστεία στην Αλβανία μαζί με άλλους. Έγινε όμως ένα μπέρδεμα και τον άνθρωπο που χτυπήσαμε εμείς, τον χτύπησε μετά κι άλλη ομάδα, όλοι τους πιωμένοι, νομίζοντας ότι είχε τα λεφτά. Τον χτύπησαν τόσο πολύ, που μεταφέρθηκε ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο. Ακούστηκε μετά ότι ο Έντουαρτ είχε ανακατευτεί στην ιστορία και η αστυνομία με συνέδεσε αμέσως με το γεγονός. Έχοντας όμως πια λεφτά, προμηθεύομαι με 100 χιλιάδες δραχμές πλαστά χαρτιά. Ήμουν, μάλιστα, τυχερός γιατί το πρόσωπο της φωτογραφίας μου έμοιαζε πολύ. Επιστρέφω στη Ελλάδα μέσω Κορυτσάς στις 5 Μαΐου»

Και αρχίζεις ξανά την ίδια ζωή;
«Με μεγαλύτερο πάθος. Η πορεία ωστόσο γίνεται όλο και πιο μαύρη, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έπινα πολύ ‘’μαύρο’’, από την ώρα που άνοιγα τα μάτια μου το πρωί. Χωρίς αυτό νόμιζα πως δεν μπορώ να σκεφτώ ή να κάνω κάτι. Πιωμένος ένιωθα ελεύθερος και ικανός για οτιδήποτε. Έψαχνα για δουλειά, δηλαδή ληστείες. Έκλεβα σπίτια, πουλούσα τα κλοπιμαία και διακινούσα ναρκωτικά. Τώρα πια, που δεν μπορούσα να γυρίσω στην Αλβανία, ήταν αδύνατον να βάλω μπροστά το σχέδιο μου να μεταφέρω από κει γυναίκες και ναρκωτικά»

Ξαναγύρισες, όμως, ενώ ήσουν επικηρυγμένος. Τι μεσολάβησε;
«Ο άνθρωπος που είχαμε ληστέψει εκεί ήταν για 15 μέρες σε κώμα. Αν γύριζα φοβόμουν ότι θα έτρωγα είκοσι χρόνια, όπως μου είπε κάποιος συγχωριανός μου. Όμως, τον Μάιο του ’94 άρχισαν, πολύ σιγά, να γίνονται μέσα μου αλλαγές. Να αποχτώ μεταφυσικές ανησυχίες. Μια μέρα που γύρναγα στην Αθήνα βλέπω έναν γέρο να μοιράζει χριστιανικά φυλλάδια. Για να του κάνω πλάκα, πλησιάζω και τον ρωτάω ειρωνικά: ‘’έχεις και στ ΄ αλβανικά;’’ Αυτός τραβά απ ΄ τον πάτο της στοίβας ένα φυλλάδιο και μου λέει χαμογελώντας: ‘’Βέβαια’’. Το διαβάζαμε αργότερα με τους συμπατριώτες μου και γελούσαμε για ώρες. Το χαρτί έλεγε για σπίτια στον ουρανό, για αγαθά που δεν είχες ονειρευτεί ποτέ. ‘’Σπίτια στον ουρανό; Και που θα στηρίζονται; Κοίτα πως πάνε να πιάσουν κορόιδο τους ανθρώπους!’’ σκεφτόμουν. Ωστόσο, στο βάθος βάθος, κάτι αόριστο, ακατάληπτο με βασάνιζε. Άρχισα να σκέφτομαι πράγματα πρωτόγνωρα για μένα. Μέχρι τότε πίστευα στην τύχη και στην εξυπνάδα. Τώρα πια μπαίνει στο στόμα μου η λέξη θεός και με πλημμυρίζουν χιλιάδες πρωτόγνωρες σκέψεις. Έλεγα: Εντάξει, εγώ τιμωρούμαι γιατί κάνω κακό. Η αδελφή μου, όμως, τι κακό έκανε και γεννήθηκε παράλυτη; Γιατί τιμωρήθηκε; Κατέληγα πως ο θεός, αν υπάρχει, δεν είναι ούτε καλός ούτε λογικός. Πίστεψα πως το θύματά μου έβγαζαν πάνω μου μιαν αρνητική ενέργεια, που με ακινητοποιούσε, με καθήλωνε. Μια ενέργεια που την έβλεπα σαν καπνό να με περικυκλώνει, εμποδίζοντας την τύχη μου: την ευκαιρία που θα μου έδινε ο όποιος θεός για να έρθουν τα εκατομμύρια…Βασανιζόμουν γιατί δεν έρχονταν όπως ήθελα. Γιατί, ας πούμε, δεν γίνομαι πλούσιος;»
Ήθελες θεϊκή παρέμβαση σ’ αυτές τις επιθυμίες;
«Καταλαβαίνω…. Σε όσους δεν έχουν σχέση με τέτοια πράγματα ακούγεται αλλόκοτο, κωμικό να ανακατεύεις τον Θεό . Κι όμως, ξέρεις πόσοι κακοποιοί όταν έχουν δυσκολίες λένε: ¨Ο Θεός δεν μου τα ‘φερε καλά¨. Είσαι σ’ ένα σπίτι και κλέβεις. Ακούς απ’ έξω το ¨100¨ και τότε λες μέσα σου: Θεέ μου βοήθησέ με να ξεφύγω. Μην ξεχνάς αυτό που είπα πριν. Εγώ ήμουν βέβαιος πως όλοι οι άνθρωποι είναι στο βάθος κακοί. Ο καθένας όπως και όσο μπορεί κλέβει. Άρα, αν υπάρχει ανώτερη δύναμη, μας προστατεύει όλους. Έτσι, παραπαίοντας ανάμεσα στο τι είναι καλό και κακό για μένα –μόνο για μένα- πέρασαν οι μήνες. Αποφασίζω να τελειώνω με τη δικαστική εκκρεμότητα στην Αλβανία. Γνωρίζοντας τον αλβανικό νόμο, σκέφτομαι ότι θα γλιτώσω με ενάμιση χρόνο. Στις 5 Δεκεμβρίου 1995 γυρνάω πάλι πίσω. Μίλησα μα τον πατέρα και με το γαμπρό μου. Με συμβούλεψαν να πω όλη την αλήθεια για τη ληστεία και το χτύπημα. Στο δικαστήριο, όμως, μου ρίχνουν την ανώτερη ποινή: τριάμισι χρόνια. Μου ήρθε κεραμίδα».

Πώς πέρασε ο καιρός στις αλβανικές φυλακές;
«Άρχισα να δανείζομαι βιβλία από τη βιβλιοθήκη της φυλακής. Φιλόσοφοι που άλλαξαν τον κόσμο, που όμως όλοι πρότειναν διαφορετικές λύσεις. Άλλα ο Σωκράτης, άλλα ο Νίτσε ή ο Μαρξ. Το μυαλό μου συμφωνούσε πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον. Σκέφτηκα τότε πως καλό είναι να ερευνάς μόνος και να αναζητάς την αλήθεια. Στον ‘’Καινούριο ρεαλισμό’’ ενός Γερμανού σχετικά με τον άθεο και τον ένθεο διάβασα κάτι που με κέντρισε: ‘’Ο σοβαρός αθεϊστής και ο σοβαρός πιστός τραβούν το ίδιο σχοινί, αλλά δεν το καταλαβαίνουν’’. Στη συνέχεια ακολούθησε ένα βιβλίο μη θρησκευτικό που μιλούσε για τον Χριστό. Αυτός ο γλυκύς άνδρας έζησε πραγματικά στη Γη; Πείστηκα, αλλά προχώρησα σε δικές μου εξηγήσεις: οι μαθητές του, επειδή τον αγαπούσαν πολύ, μιλούσαν συνεχώς γι’ αυτόν. ‘Έτσι έφτιαξαν μια θρησκεία για κείνον, σαν να ήταν ζωντανός».

Αφού ήδη είχες καταλήξει ότι όλοι προτείνουν θεωρίες ελκυστικές αλλά αντιφατικές μεταξύ τους, άρα πρέπει να ερευνά μόνος σου, τι σ’ έκανε να προτιμήσεις τον Χριστό;
«Παρεμβάλλονται πάρα πολλά γεγονότα για να καταλάβεις πόσο προοδευτικά άλλαξαν όλα. Ο Θεός είχε αρχίσει να δουλεύει στην ψυχή μου μέσα από δρόμους που στην αρχή όχι μόνο δεν κατανοούσα, ούτε καν αναγνώριζα. Το κακό έβγαινε από μέσα μου λίγο λίγο. Την πρώτη προσευχή στη ζωή μου, αδέξια αλλά αυθόρμητη, την έκανα μέσα στην φυλακή τον Μάιο του ’96. Μελετούσα τον εαυτό μου σαν να ήταν έξω από μένα. Έβλεπα τις πιο κρυφές και κακές σκέψεις μου με άλλο μάτι. Προσπάθησα να καταλάβω αν μπορώ ν ‘ αλλάξω και ποια είναι η μεγαλύτερη αδυναμία μου»

Άλλαξε, δηλαδή, το αξιακό σου σύστημα. Τώρα κινείσαι πάλι στα άκρα, βάζοντας στόχο τα δύσκολα, μια πνευματική ζωή;
«Δεν ήξερα ακόμα τίποτα. Σκέψου ότι συγχρόνως μ’ αυτές τις ανησυχίες κατάστρωνα σχέδια για έξω, μόλις αποφυλακιζόμουν: θα έκλεβα ένα παιδί πλουσίου και θα ζητούσα λύτρα. Μελετούσα, μάλιστα, λεπτομέρειες: ποσό, κινήσεις για να αποφύγω εμπλοκή της αστυνομίας, το μέρος της παράδοσης. Αυτά δούλευα στο μυαλό μου συνεχώς, ενώ συγχρόνως διάβαζα την Αγία Γραφή.
Όσο εμβάθυνα σ’ αυτήν τόσο απομακρυνόμουν από τις «επιχειρηματικές» σκέψεις. Όσο προσευχόμουν, είχα όρεξη για θετικά πράγματα. Ένιωθα ότι σταδιακά αφοπλιζόμουν. Γινόμουν ‘’στρατόπεδο’’ αδειανό, χωρίς όπλα. Έβαζα φρένο σε βρισιές , ναρκωτικά, όπλα. Μετά σκεφτόμουν: Έτσι όπως πάω να γίνω , άχρηστος επαγγελματικά, τι θα κάνω μόλις βγω έξω; Πως θα βγάλω λεφτά; Και κατευθείαν μεταστρεφόμουν. Ξανάρχισα τα ναρκωτικά μέσα στην φυλακή -πανεύκολο να βρεις-, συμμαχίες με συγκρατούμενος και σκέψεις για μαύρο χρήμα. Ένας αλλόκοτος διχασμός, που μάλιστα δεν τον συνειδητοποιούσα ως τέτοιον».

Αποφυλακίστηκες πριν ολοκληρωθεί η ποινή σου. Ύστερα από 15 μήνες ήσουν ξανά ελεύθερος. «Ναι, γιατί τον Μάρτιο του ’97 έπεσε ο Μπερίσα και διαλύθηκε όλη η χώρα. Άνοιξαν οι φυλακές και βρέθηκα σ’ ένα καινούργιο τοπίο. Οι πάντες έκανα τα πάντα φανερά. Έκλεβαν, οπλοφορούσαν, σκότωναν. Εγώ πάντα ήθελα να κινούμαι διακινδυνεύοντας. Με ενοχλούσε που τώρα δεν με έλεγχε κανείς. Από ποιόν να ξεφύγω; Κι ένας χαζός μπορούσε να κάνει ότι ήθελε. Γύρω ένα πλιάτσικο. Δουλειά υπήρχε, βέβαια. Να πουλάς Καλάσνικοφ- και όχι μόνο. Εγώ διακινούσα πλαστά ελληνικά χρήματα και ‘’μαύρο’’ μέσω Κορυτσάς με Αλβανούς που έρχονταν στην Ελλάδα.
Όμως, είχαν αλλάξει τα πράγματα. Άντρας δεν υπήρχε μέσα στα σπίτια. Οι οικογένειες, οι γυναίκες ήταν απροστάτευτες. Σε κάθε πόλη οι κάτοικοι ζούσαν με τον τρόμο τι θα συμβεί αν κάποιος μπει μέσα ζητώντας λεφτά και φύγει σκοτώνοντας. Δεν μου άρεσε αυτό. Μπορεί να ακούγεται ειρωνικό, αλλά, ότι κι αν έκανα στην ζωή μου, για τους φτωχούς, ταπεινούς ανθρώπους είχα αγάπη».

Πιστεύεις ότι ο τρόπος που μεγάλωσες επηρέασε τη στάση ζωής σου;
«Μόνον εγώ πρέπει να έχω παίξει ρόλο στο θάνατο του πατέρα μου πριν δύο χρόνια… Ήταν ταξίαρχος στον αλβανικό στρατό. Κομμουνιστής, αλλά προς το τέλος είχε καταλάβει ότι κανένα σύστημα δεν δίνει λύση στην κοινωνία. Αυστηρός, σκληρός με την καλή έννοια. Δεν ήθελε να μπαίνει στο σπίτι τίποτα ξένο. Ό,τι έκλεβα το έκρυβα έξω. Υπέφερε και ντρεπόταν. Μου έλεγε ¨Πριν κάνεις κάτι, σκέψου τις συνέπειες και πως θα ένιωθες αν το έκαναν σ’ εσένα¨. Η μητέρα μου είναι μια γλυκιά, τρυφερή γυναίκα που έκανε ό,τι καλό μπορούσε στα παιδιά της.
Ο διευθυντής του δημοτικού σχολείου αναρωτιόταν: ¨Ο πατέρας σου οδηγεί 200 στρατιώτες στη μάχη και δεν μπορεί να κουμαντάρει εσένα;¨ Η κατάληξή μου ήταν η μεγάλη τους ντροπή. Φαντάζομαι τώρα τον πατέρα μου να κάθεται και να καπνίζει, θυμωμένος μαζί μου, και συγχρόνως να πονά γι’ αυτά που κάνει το παιδί του στην Ελλάδα – και πονάω. Δεν ξέρω τι έφταιξε. Δεν ήταν ούτε ο κομμουνισμός ούτε οι παρέες. Γιατί διάλεξα τους κακούς και όχι τους καλούς φίλους; Όπου αγαπά ο άνθρωπος εκεί πηγαίνει».

Ελεύθερος πλέον, συνεχίζεις να έχεις πνευματικές αναζητήσεις;
«Συνέβησαν μερικά γεγονότα που μόνο σημάδια απ’ τον Θεό θα μπορούσα να τα εκλάβω. Πίστεψέ με, δεν ήμουν ούτε ανόητος ούτε αλαφροΐσκιωτος. Τέσσερις φορές συναντήθηκα με τον χάρο. Συνέχιζα να δουλεύω επιλέγοντας τους στόχους μου. Κάπνιζα ¨χόρτο¨ περισσότερο από ποτέ άλλοτε και, μάλιστα, φανερά- εφόσον στην Αλβανία ήταν σαν να καπνίζεις κανονικά τσιγάρα.
Το 1997 πήγα με άλλους εφτά σε μια γειτονική πόλη για δουλειά κι έφυγα από εκεί με λεφτά. Είχα φροντίσει να φοράω παλιόρουχα. Έκρυψα καλά τα χρήματα και κράτησα πάνω μου λίγα αλβανικά, φοβούμενος την επιστροφή. Τι συνέβαινε; Οι άντρες καθόντουσαν στα καφενεία πίνοντας και όταν ξέμεναν από λεφτά έλεγαν: ¨Δεν πάμε μέχρι την Εθνική για καμιά ληστεία;¨ Έβαζαν στην μέση του δρόμου κορμούς, σταματούσαν τα αυτοκίνητα και λήστευαν. Πράγματι στο Ελμπασάν πέσαμε σε ενέδρα μασκοφόρων. Μας πήραν ότι είχαμε και λίγο πριν φύγουν, στα τέσσερα μέτρα, γάζωσαν το φορτηγάκι μας με Καλάσνικοφ. Ο φίλος που ήταν ακριβώς δίπλα μου έφαγε επτά σφαίρες και πέθανε.
Κάποια φορά, έδωσα σε έναν πλαστά ελληνικά χαρτονομίσματα κι αγόρασα σφαίρες για πιστόλι, τις οποίες θα πουλούσα στη Μακεδονία για πολλά λεφτά. Εκείνος αρχικά δεν κατάλαβε, αλλά σε δύο ώρες ήρθε στην πόλη με τους δικούς του και μια χειροβομβίδα στο χέρι. Τον πιάνω από τα μαλλιά και τον βάζω κάτω. Τον βλέπω να βγάζει την περόνη και του λέω: ¨Για μένα δεν με νοιάζει. Σκέψου ότι θα πεθάνεις και εσύ μαζί μου¨. Την άφησε.
Άλλη φορά, πάλι, νύχτα χωρίς φεγγάρι αλλά με καθαρό ουρανό, ήμουν σ’ ένα μέρος ερημικό και έπινα ¨μαύρο¨. Βλέπω να έρχεται ο αστυνομικός της περιοχής από τη βάρδιά του προς το μέρος μου. Μόλις με παίρνει χαμπάρι, στα τέσσερα μέτρα, βγάζει το πιστόλι κι ώσπου να φωνάξω ¨Δεν κάνω τίποτα κακό¨ με πυροβολεί, αλλά αστοχεί, γιατί, εντελώς αναίτια, παραπατάει και πέφτει. Έφυγα τρέχοντας. Αν δεν έπεφτε, θα με πυροβολούσε ξανά και θα έβρισκε στόχο. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ξαφνικά τον πατέρα μου. Θεέ μου, ακόμα μια ντροπή!»

Ο θάνατος σε ακουμπούσε και σε προσπερνούσε.
«Κάτι μου συνέβαινε. Με πιάνει πάλι η αγωνία: Τι συμβαίνει σ’ εμένα, στον κόσμο. Υπάρχει τέλος σ’ αυτήν τη ζωή; Ήθελα να μάθω, να σιγουρευτώ, να λυτρωθώ. Ένα βράδυ είμαι μόνος στο σπίτι. Μου έρχεται ξαφνικά να πω: ¨Θεέ μου, αν υπάρχεις, ρίξε φώς μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο¨.
Ακριβώς εκείνο το δευτερόλεπτο περνάει ένα αυτοκίνητο και λούζει το δωμάτιο με φώς. Ο σχεδόν ερημικός δρόμος, στο σημείο όπου βρίσκεται το σπίτι, έχει μια στροφή που οι οδηγοί κόβουν ταχύτητα. Συντονίστηκε η κουβέντα μου με την ταχύτητα του αυτοκινήτου; Ένιωσα τεράστιο φόβο. Πέρασα όλη τη νύχτα ξάγρυπνος, περιμένοντας να περάσουν κι άλλα αυτοκίνητα και να καθησυχαστώ ότι ήταν παιχνίδι του μυαλού μου. ‘Όμως ήξερα πως δεν ήταν.
Εκείνη την περίοδο στην Αλβανία επικρατούσε ακόμα χάος, η κυκλοφορία μετά τις 8 μ. μ απαγορευόταν. Και, βέβαια, δεν πέρασε κανένα άλλο αυτοκίνητο. Η επόμενη νύχτα με βρήκε να προσεύχομαι για τις αμαρτίες μου με τέτοια ζέστη, σαν να ήμουν στην πίστη είκοσι χρόνια».

Ήρθαν επιτέλους, οι ενοχές;
«Όχι δεν ήρθαν. Ήρθε κάτι ουσιαστικότερο: η μετάνοια. Ήξερα πια ότι ο Θεός ήταν ζωντανός και κυρίως ήξερα ότι με έχει συγχωρέσει. Αν έχει ένα νόημα η παρουσία του Χριστού στην ζωή μας, δεν αφορά τις καλοσύνες, αλλά τις αμαρτίες μας. Δεν σε τιμωρεί με ενοχές, αλλά σε εξαγνίζει, σε λυτρώνει. Άλλωστε, γι’ αυτό ήρθε».

Και ενσωματώθηκες στην Ευαγγελική Εκκλησία…
«Είχα ανάγκη από τη συναναστροφή με πιστούς. Πήγα στρατιώτης κι όταν επέστρεψα δούλεψα παντού. Ξυλουργός, σιδεράς , οικοδόμος. Μιλούσα για τον Θεό κι αυτό που έφερε στην ζωή μου χωρίς ντροπή. Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν μια δουλειά ίσα για να ζω και η εθελοντική εργασία μου στην Εκκλησία».

Το έγκλημα της Αθήνας δεν βάραινε τη συνείδησή σου;
«Το είχα εξομολογηθεί μόνο στον γαμπρό μου. Εκείνος μου είχε πει να περιμένω λίγο, να στερεωθώ στην πίστη και μετά να πάρω απόφαση. Εγώ ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα το τακτοποιούσα. Η μητέρα μου έφτιαχνε το σπίτι, πιστεύοντας ότι θα παντρευτώ, θα κάνω οικογένεια. ¨Μη βασανίζεσαι¨ της έλεγα. ¨Εγώ θα ξαναφύγω. Κάτι χρωστάω ακόμα¨. Προσπαθούσα να την προετοιμάσω ψυχολογικά.
Οι μήνες πέρασαν, αλλά το γεγονός της Αθήνας άρχισε να με απασχολεί ιδιαίτερα. Το έβαζα καθημερινά στη προσευχή μου. Μια νύχτα βλέπω ένα περίεργο όνειρο: ήμουν στην βιβλιοθήκη της πόλης μου κι ένα τζιπ της αστυνομίας σταματά ξαφνικά απ’ έξω. Ο αστυνόμος με πλησιάζει και με καλεί να τον ακολουθήσω. ¨Δεν έχω κάνει τίποτα¨ λέω εγώ. ¨Μην ανησυχείς¨ μου απαντά. ¨Κάτι έχεις ξεχάσει και πρέπει να το παραλάβεις¨. Τον ακολούθησα στο τμήμα και μου έδωσε ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια, που υποτίθεται ότι μου ανήκαν.
Όταν ξύπνησα το πρωί, δεν είχα καμία αμφιβολία. Πήγα στην αστυνομία της πόλης μου και ανέφερα τα πάντα. ¨Μην ανησυχείτε, θα σας ειδοποιήσουμε¨ μου είπαν. Περίμενα, αλλά τίποτα. Ξαναπήγα, και πάλι τίποτα. Πηγαίνω στα Τίρανα και αφηγούμαι τα ίδια. ‘’Θα ειδοποιήσουμε την Ιντερπόλ και θα σας τηλεφωνήσουμε’’ με καθησυχάζουν. Περνούσε ο καιρός, αλλά δεν είχα κανένα νέο. Τότε λοιπόν, ξεκινάω για την Κορυτσά. Περνάω τα σύνορα με τα πόδια, ότι δήθεν θα βοηθήσω κάποιον γνωστό μου που έρχεται φορτωμένος πράγματα, και μπαίνω στο ελληνικό φυλάκιο. Λέω : ¨ Έχω κάνει ένα έγκλημα στην Ελλάδα και θέλω να παραδοθώ¨. Από εκεί στη Φλώρινα, και μετά στην Αθήνα . Τους διηγήθηκα λεπτομέρειες της υπόθεσης που μόνον εγώ ήξερα»

Η παράδοσή σου στις Αρχές σόκαρε. Φαντάζομαι πως η ερώτηση όλων θα ήταν: «Γιατί το κάνεις;»
«Και κάθε φορά απαντούσα την αλήθεια. Η πίστη μου δεν μου επέτρεπε ν’ αφήσω αυτήν την πράξη ατιμώρητη. Εγώ ήθελα να μιλάω για τον Χριστό. Πώς θα το έκανα έχοντας μέσα μου αυτό το μυστικό;»

Η δίκη ήταν επώδυνη για σένα; Η πράξη σου δεν ήταν η πλέον αναμενόμενη στους μοντέρνους καιρούς μας.
«Εγώ είχα συγχωρεθεί από τον Θεό, εκείνον που δικαιούνται να κρίνει την ψυχή μας. Το άλλο κομμάτι, της κοσμικής δικαιοσύνης, το ανέθεσα στους αρμόδιους. Έπρεπε να πληρώσω σύμφωνα με τον νόμο. Δεν είχα κανένα φόβο, περίμενα την αυστηρότερη ποινή. Με έκριναν ευνοϊκά ως ειλικρινώς μεταμεληθέντα. Η απολογία μου ήταν μια μαρτυρία για το πώς άλλαξε τη ζωή μου ο Χριστός. Αυτό και μόνο μου έδινε τεράστια χαρά».




Τόσο αλλαγμένος σήμερα, δεν σε δυσκολεύει η ζωή στην φυλακή;
«Πάντα μου άρεσε η μοναξιά. Αν δύο τρελοί τραβούν ένα ξύλο, το σπάνε. Μια τρίχα, όμως, που τραβούν ένας τρελός κι ένας έξυπνος δεν σπάει, γιατί ο πρώτος τραβά και ο δεύτερος αφήνει… Στην φυλακή πρέπει να είσαι προσεχτικός, με κατανόηση. Να κάνεις εκείνες τις επαφές που δεν θα σου δημιουργήσουν προβλήματα, να μιλήσεις σε όσους έχουν πρόθυμο αφτί. Αποφεύγω ότι μυρίζει φασαρία και πλησιάζω όποιον διαισθάνομαι ότι λαχταρά να ξεφύγει από μία ζωή που οδηγεί στον θάνατο».

Σ’ ένα χρόνο αποφυλακίζεσαι. Θα επιστρέψεις στην Αλβανία;
«Βέβαια. Θέλω να εργαστώ στην εκκλησία. Να μπω στις φυλακές, να μιλήσω για την εμπειρία μου, να βοηθήσω όσους έχουν ανάγκη. Οι Αλβανοί, αιώνες τώρα, είναι μουσουλμάνοι μόνο στα διαβατήρια – σ’ αυτό έπαιξε ρόλο και το κομμουνιστικό καθεστώς. Επιθυμούν τη δυτική κουλτούρα, είναι ανοιχτοί σε αλλαγές».

Διάλεξες ένα δόγμα που έγινε φορέας των τελευταίων ανηλεών πολέμων. Ο ευαγγελικός Μπους διατείνεται πως ο Θεός τον συμβούλευσε να εισβάλει στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, όπως και να ενθαρρύνει την κυβέρνηση του Ισραήλ στην εξόντωση των μουσουλμάνων Αράβων.
«Ο Μπους δεν πείθει κανέναν μ’ αυτά που λέει. Ούτε τους Ευαγγελικούς. Κι αυτά που κάνει μας ανατριχιάζουν όλους. Αυτό που θέλω να καταλάβεις είναι ότι εγώ δεν είμαι ¨δόγμα¨, αλλά πιστός. Μακριά από ταμπέλες, συστήματα Εκκλησιών και προπαγάνδες. Η σχέση μου με τον Θεό είναι προσωπική, γι’ αυτό μένει για πάντα ασφαλής».

Η ζωή σου έγινε ταινία. Κολακεύτηκες;
«Αν σου πω όχι, ξέρω, δεν θα με πιστέψεις. Ήρθε η Αγγελική πολλές φορές στη φυλακή και μέχρι να της δώσω τη συγκατάθεσή μου προβληματίστηκα. Δεν σκέφτηκα προβολή ή λεφτά, αλλά το μήνυμα που θα περάσει σχετικά με το πώς ο Θεός παρεμβαίνει στη ζωή μας. Στη συνέχεια άφησα τα πράγματα να κυλήσουν χωρίς να ρωτάω τι γίνεται».

Όμως πρόκειται για μυθοπλασία. Η σκηνοθέτις μπορεί να έχει δώσει έμφαση σε άλλα στοιχεία της περιπετειώδους ζωής σου και όχι στη χριστιανική σου αναγέννηση.
«Δεν ξέρω, δεν ρωτάω. Θέλω μόνο να καταλάβει ο κόσμος γιατί το έκανα. Την ταινία δεν θέλω να την δω».

Δεν έχεις καθόλου περιέργεια;
«Καθόλου. Καλύτερα να μην τη δω, γιατί νομίζω πως θα στεναχωρηθώ. Κι αυτό δεν αφορά φυσικά το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά τη δική μου αντίληψη για τον κόσμο».

Πληρώθηκες, όμως, από την παραγωγή.
«Στην Αγγελική είπα ότι δεν θέλω τίποτα. Εκείνη επέμενε. Έλεγε ότι ήταν λάθος να αρνούμαι. Της είπα να τα δώσει σε κάποιον φιλανθρωπικό σύλλογο. Στο τέλος δέχτηκα».

Όμως αυτό πως συμβιβάζεται με την πίστη σου; Είναι χρήματα τα οποία δεν κέρδισες δουλεύοντας. Προέρχονται, μάλιστα, από μια ταινία που δεν πρόκειται να δεις. Μοιάζει λίγο σαν να ξεπούλησες το μύθο σου, την ιστορία της ζωής σου.
«Σκέφτηκα ότι αν δεν τα πάρω θα είναι λάθος. Μην κρίνεις, γιατί δεν ξέρεις. Η ψυχή μου πια είναι σαν ραντάρ. Ξέρω πότε δεν λειτουργεί κάτι καλά. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν νιώθω άσχημα. Αν με πιέσεις να σου πω για πόσα χρήματα μιλάμε – δεν θα σου πω – και αν εξηγήσω τι ανάγκη κάλυψαν, θα συμφωνήσεις ότι δεν αξίζει τον κόπο η κουβέντα».

επιστροφη