ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΡΕΥΜΑ

     ΔΙΚΤΥΑΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΤΙ ΛΕΕΙ Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟ
ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ
ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ή ΕΞΕΛΙΞΗ
ΕΚΤΡΩΣΕΙΣ
ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ
ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ
ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΑΡΙ
ΑΠ' ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΡΗΚΑΜΕ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ
ΗΛΙΑΣ ΑΡΜΕΝΗΣ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Τα παιδικά μου χρόνια

Ονομάζομαι Ηλίας Αρμένης
Γεννήθηκα στις 14 Μαΐου του 1959 στη Νίκαια του Πειραιά, σε μια φτωχική οικογένεια. Η μητέρα μου Μεταξία Χρυσοχού, καταγόταν από το Λεωνίδιο Κυνουρίας, ενώ ο πατέρας μου Ευστάθιος Αρμένης από την Κέρκυρα. Ήταν και οι δυο τους ζηλωτές για τον Χριστό και ήθελαν να τον υπηρετήσουν, ανεξάρτητα κόστους. Γι’ αυτό κι αποφάσισαν να αναλάβουν την ηγεσία μιας Χριστιανικής συνάθροισης στην πόλη της Καβάλας. Πήραν λοιπόν τον μικρό Ηλία, ηλικίας περίπου 8 μηνών και εγκαταστάθηκαν εκεί. Ο πατέρας μου, όπως η μητέρα μου λέει και πολλοί άλλοι που τον γνώρισαν εκείνη την εποχή, αν και νέος στην πίστη ήταν φλογερός ομιλητής και συχνά τον αποκαλούσαν ‘’ Απόστολο Παύλο’’. Είχε πολλή τόλμη και υπερασπιζόταν την πίστη του θαρραλέα και δυναμικά, με κάθε ευκαιρία.

Οι καιροί όμως ήταν πολύ δύσκολοι. Η Ελλάδα ταλανιζόταν από μεγάλη οικονομική κρίση. Ένας ο μισθός δεν έφθανε για την τριμελή μας οικογένεια, που πλήρωνε και ενοίκιο. Ο πατέρας μου άρχισε να ψάχνει για καλύτερη δουλειά, αλλά δεν υπήρχε τίποτα.

Η μητέρα, μου είχε αφηγηθεί, πόσο απελπιστική ήταν η κατάσταση τότε στο σπίτι μας. Πολλοί Έλληνες, ιδιαίτερα από την Βόρεια Ελλάδα, έφευγαν εκείνη την εποχή, στην Γερμανία για να εργαστούν κι έτσι έφυγε και ο πατέρας μου, οπότε εγώ και η μητέρα μου γυρίσαμε στην Νίκαια στο πατρικό της σπίτι.

Από καιρό, η σχέση των γονιών μου είχε αρχίσει να έχει προβλήματα. Μετά από λίγο, ο πατέρας μας κάλεσε στην Γερμανία και πήγαμε γιατί η μητέρα μου τον αγαπούσε πολύ. Μέναμε τότε στο Βιξχάουζεν, και ήμουν περίπου 2 χρονών. Μετά από 8 μήνες περίπου γυρίσαμε με την μητέρα μου στην Ελλάδα. Την θυμάμαι να κλαίει συχνά, να με αγκαλιάζει και να με φιλά τρυφερά. Πέρασε λίγος καιρός και σε μια νέα προσπάθεια να ζήσουν μαζί με τον πατέρα μου, ξαναπήγε στη Γερμανία και μ’ άφησε στη φροντίδα της μητέρας της.

Η δυναμική γιαγιά Δήμητρα, είχε ‘’ειδικές μεθόδους’’ για να με κάνει καλά. Χρησιμοποιούσε συχνά τη βίτσα, το μακρύ γυμνό κλαδάκι, που έσχιζε με ανατριχιαστικό ήχο τον αέρα και προσγειωνόταν συχνά πάνω στα χέρια και τα πόδια μου, φέρνοντας μου τσουχτερό πόνο και επαναφέροντάς με στην τάξη. Ήμουν βλέπετε πολύ ζωηρός. Ένα απόγευμα μ’ έχασε. Οι πόρτες ήταν όλες κλειδωμένες, αλλά εγώ έλειπα απ’ το σπίτι. Η καημένη, πήγε να τρελαθεί. Τι είχε συμβεί; Η αυλή μας είχε μια μάντρα, που όμως φυσιολογικά, σύμφωνα με το ύψος μου και την ηλικία μου, δεν θα μπορούσα να την ανέβω. Εγώ όμως την ανέβηκα, πήδηξα απ’ την άλλη και έφυγα προς άγνωστη κατεύθυνση. Κάποια στιγμή μια κυρία, είχε την ευαισθησία να αναρωτηθεί, τι θέλει ένα τόσο μικρό παιδί μόνο του έξω και με ρώτησε: ‘’αγοράκι μου, που είναι η μαμά σου;’’ εγώ της απάντησα: ‘’στη Μαμανία…’’, εννοώντας στη Γερμανία, αλλά αυτή δεν κατάλαβε, και νόμιζε ότι είπα στην Παναγία (κοντά μας ήταν μια εκκλησία που λεγόταν έτσι) και γι’ αυτό με πήγαν στην εκκλησία της γειτονιάς μου και από εκεί στην Αστυνομία. Εκεί, είχαν ήδη φτάσει η γιαγιά μου με τον θείο μου τον Ηλία. Ήταν πολύ ταραγμένοι που δεν με έβρισκαν, αλλά και χαρούμενοι που τελικά ήμουν καλά. Όταν πήγαμε στο σπίτι, θυμάμαι τον παππού μου τον Νικόλα, που ήταν τυφλός, αλλά έπαιζε πολύ ωραία ακορντεόν και από την χαρά του που με βρήκαν, άρχισε να παίζει χαρούμενες μελωδίες.

Μετά από λίγο καιρό, γύρισε μόνη η μητέρα μου από την Γερμανία, καθώς δεν μπόρεσε να και τον πατέρα και ήταν πολύ λυπημένη γι’ αυτό.

Την παρακολουθούσα το βράδια, που γονάτιζε στο κρεβάτι της και προσευχόταν μα λυγμούς. Δεν μπορούσα να καταλάβω τότε γιατί έκλαιγε έτσι. Ένιωθα πως πονούσε πολύ, αλλά δεν ήθελα να την ρωτήσω γιατί φοβόμουν μην την πονέσω περισσότερο.

Την πρώτη Δημοτικού την έβγαλα με άριστα, και θυμάμαι που πείρα το ενδεικτικό και έτρεξα χωρίς να σταματημό μέχρι το σπίτι για να το δείξω. Ήταν η πρώτη μου επιτυχία και ένιωθα υπέροχα. Ήμουν πολύ καλός στη ανάγνωση και στην ορθογραφία, στα μαθηματικά όμως δεν τα πήγαινα και τόσο καλά.



Στην Γερμανία το 1970

Ήταν μια ακόμα προσπάθεια των γονιών μου να ζήσουμε όλοι μαζί σαν οικογένεια, αλλά τελικά και αυτή απέτυχε. Ήμουν 11 χρονών τότε που είχαμε πάει με την μητέρα μου στην Γερμανία, όπου με έβαλε στην πέμπτη τάξη του Γερμανικού Δημοτικού Σχολείου, στο χωριό Βιξχάουζεν, όπου μέναμε. Μόλις σχολούσα από εκεί, έπαιρνα το τρένο και κατέβαινα στην πόλη Ντάρμστατ, όπου πήγαινα από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα στο Ελληνικό Δημοτικό Σχολείο. Συνήθως, όταν γύριζα στο σπίτι, ήμουν μόνος, γιατί η μητέρα μου εργαζόταν σκληρά από το πρωί ως το βράδυ για να τα βγάλουμε πέρα, ενώ ο πατέρας μου έλειπε και πολλές φορές για μέρες ολόκληρες. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τον πατέρα μου. Συχνά έβλεπα την μητέρα μου να κλαίει κρυφά μέσα στο δωμάτιο, να διαβάζει για ώρα την Βίβλο και μετά να γονατίζει και να προσεύχεται. Μετά με έπαιρνε κοντά της, μέσα στη αγκαλιά της και προσευχόταν, και αυτές ήταν οι ποιο όμορφες ώρες για εμένα και για εκείνην. Τότε ένιωθα μια παράξενη γαλήνη, ενώ εκείνη άρχιζε να λέει ύμνους και να κάνει διάφορες δουλειές με χαρά, σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

Όταν γύριζα από το σχολείο και μέχρι να νυχτώσει και να γυρίσει η μητέρα μου στο σπίτι, έπαιρνα την μπάλα μου και κατέβαινα κάτω στον δρόμο. Για συμπαίκτη μου είχα ένα τοίχο, του πετούσα την μπάλα και μου την έστελνε πάλι πίσω.! Μου άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο και κάποιοι Γερμανοί φίλοι μου μ’ έπαιρναν στην ομάδα τους και έπαιζα μαζί τους. Μου έλεγαν ότι θα γίνω μεγάλος ποδοσφαιριστής και αυτό μου άρεσε γιατί ένιωθα καλά που κάποιοι με θαύμαζαν, καθώς χρειαζόμουν απεγνωσμένα λίγη αποδοχή. Στον τοίχο εκείνο κάτω από το σπίτι μας, όταν δεν είχαμε σχολείο έπαιζα με τις ώρες και σκεφτόμουν, σκεφτόμουν, σκεφτόμουν…. Με απασχολούσε πολύ, γιατί ο πατέρας μου δεν έμενε μαζί μας και όλο έφευγε και γιατί ήταν βίαιος προς τη μητέρα μου. Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι μήπως εγώ έφταιγα γι’ αυτό και να γεμίζω με σκέψεις απόρριψης για τον εαυτό μου και πικρίας γι’ αυτόν. Όσο πιο πολύ τα σκεφτόμουν όλα αυτά, τόσο πιο δυνατά χτυπούσα τη μπάλα στον τοίχο.

Μετά έβγαιναν οι γείτονες και με κατσάδιαζαν, ευτυχώς που δεν καταλάβαινα καλά όλα αυτά που μου έλεγαν γιατί δεν ήξερα καλά Γερμανικά. Εκείνο τον καιρό έμαθα και το τσιγάρο. Μετά το Ελληνικό σχολείο μια παρέα Ελληνόπουλα, πηγαίναμε στο γειτονικό πάρκο, κρυβόμασταν στα δέντρα και καπνίζαμε. Ήταν ένα πολύ όμορφο πάρκο, με μια μεγάλη λίμνη και πολλά ποταμάκια.

Εκεί ξεχνιόμουν, καθώς τσαλαβουτούσαμε μέσα στα νερά και παίζαμε, βρέχοντας ο ένας τον άλλον και ας ήταν και χειμώνας. Στο τέλος, πηγαίναμε πάλι στα δέντρα και καπνίζαμε. Κάποια στιγμή ακούγαμε τη σφυρίχτρα της Γερμανικής Αστυνομίας που ερχόταν και μας έδιωχναν.

Πέρασε έτσι ενάμισι χρόνος, με την μητέρα μου να προσπαθεί συνεχώς να πείσει τον πατέρα μου να ζήσουμε μαζί, όταν όμως είδαμε πως αυτό δεν θα γινόταν, επιστρέψαμε στην Ελλάδα.



Από 13 χρονών στις κλοπές…

Όταν γυρίσαμε από τη Γερμανία στην Ελλάδα το 1971 άρχισα να προετοιμάζομαι για να δώσω εξετάσεις στο Γυμνάσιο μετά το δημοτικό το οποίο τελείωσα εκεί.

Προσπάθησα αλλά φαίνετε όχι όσο χρειαζόταν και έτσι δεν κατάφερα να μπω. Τότε η μητέρα μου με έγραψε σε μια νυχτερινή Τεχνική Σχολή τον «Αναξαγόρα» στην πλατεία Δημαρχείου στον Πειραιά. Συγχρόνως την ημέρα άρχισα να δουλεύω σε ένα ψιλικατζίδικο στην οδό Γούναρη και μετά την δουλειά πήγαινα στην Σχόλη.

Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια που προσπαθούσα να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά στο μυαλό μου, αλλά δεν τα κατάφερνα. Ήταν δύσκολες εποχές τότε, καθώς η δικτατορία έριχνε βαριά τη σκιά της στην χώρα μας. Η μητέρα μου τότε μπήκε στον Ο.Τ.Ε. για τις απογευματινές ώρες, όμως έψαχνε και για μια πρωινή δουλεία, γιατί με τα συνεχή ταξίδια στην Γερμανία, τα οικονομικά μας ήταν πολύ άσχημα. Επιπλέον έπρεπε να φτιάξει το πατρικό μας σπίτι στην Νεάπολη, που χρειαζόταν αρκετά χρήματα για να επισκευαστεί. Παρόλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, είχε μια θαυμάσια δημιουργική δύναμη και πολλές φορές αυτό, μου έδινε θάρρος.

Είχε βαθιά πίστη στο Θεό, ο οποίος την ενδυνάμωνε, για ν’ αντιμετωπίζει και εμένα που ήδη είχα αρχίσει να μπλέκω με άσχημες παρέες.

Απουσίαζα από το σπίτι μου πολλές ώρες και γύριζα με τους φίλους μου σ’ όλη την Νίκαια. Η γιαγιά μου η Δήμητρα, μια πραγματικά πανέξυπνη και δραστήρια γυναίκα, μου μιλούσε <<έξω απ’ τα δόντια>> που λέμε και με συμβούλευε, μέχρι να έρθει η μητέρα μου το βράδυ.

Δεν άκουγα όμως τίποτα κι αρχίσαμε με ένα παιδί ακόμα, να κλέβουμε μηχανάκια και να τους αλλάζουμε την όψη. Τρέχαμε με αυτά σαν τρελοί και πηγαίναμε στα Γυμνάσια, για να κάνουμε «καμάκι» στα κορίτσια. Ένιωθα το αίμα μου να βράζει, είχα μεγάλη αντοχή στο ξενύχτι, μ’ άρεσε να τρέχω με παρέες μέρα νύχτα, να παίζω ποδόσφαιρο κι αυτό να συνεχίζεται για μέρες. Αλλά το κενό που ένιωθα μέσα μου, ήταν πάντα εκεί. Δεν μπορούσα να το γεμίσω με τίποτα.

Τότε ήταν που άρχισαν να ξεφυτρώνουν οι ντισκοτέκ σαν μανιτάρια στις γειτονιές. Μας κάλεσαν λοιπόν στον Κορυδαλλό, στη «Βικτώρια» κι εκεί ξεκίνησα να πίνω ποτά, καθώς επίσης και στο «Σινικό», που ήταν στο Φάληρο. Μετά από λίγο καιρό, εκεί κυκλοφόρησαν τα πρώτα ναρκωτικά, σαν άλλη επιλογή εκτός απ’ τα ποτά ήταν τα «τσιγαριλίκια» του χασίς και τα χάπια. Μερικοί «φίλοι» μου τα δοκίμασαν, εγώ δεν τα άγγιξα ποτέ. Δοξάζω τον Θεό γι’ αυτό και πιστεύω, ότι τις προσευχές της μητέρας μου ήταν που άκουσε ο Θεός και με φύλαξε απ’ τα ναρκωτικά.

Η μητέρα μου, η γιαγιά και ο θείος μου ο Ηλίας, μου έλεγαν κάθε τόσο να προσέξω, μου έλεγαν ότι έχω πάρει στραβό δρόμο και πρέπει να διορθωθώ, μου μιλούσαν για τον Θεό. Τους κοιτούσα, τους άκουγα και μετά τους έλεγα, μα τι μου λέτε τώρα, εγώ είμαι μια χαρά.

Μέσα μου όμως ήξερα ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ψυχολογικά, δεν ένιωθα καθόλου καλά. Προσπαθούσα να ξεπεράσω τα άσχημα συναισθήματα και ιδιαίτερα το αίσθημα της απόρριψης, με το να επιζητώ συνεχώς σχέσεις με κορίτσια. Από πάρτι σε πάρτι κι από ντίσκο σε ντίσκο κι έτσι άρχισα να έχω και τις πρώτες σεξουαλικές εμπειρίες, αλλά συνέχιζα μέσα μου να είμαι κενός. Ίσως ήταν αυτά τα συναισθήματα που με έσπρωχναν να είμαι βίαιος και άγριος, στους συχνούς τσακωμούς που μπλεκόμουν, στην γειτονιά, στα γήπεδα και στις ντίσκο. Είχα πολλές παρέες, πολλές σχέσεις με κορίτσια, ήμουν συνεχώς σε γλέντια και σε διασκεδάσεις, αλλά αυτό το αίσθημα του κενού, γινόταν όλο και πιο μεγάλο. Προσπαθούσα να πίσω τον εαυτό μου ότι είμαι εντάξει, βαθειά όμως μέσα μου, μόνο ο Θεός όμως ήξερε πόσο πονούσα, πόσο μόνος ήμουν.
Προσπαθούσα να το ρίξω έξω, να κάνω ότι μου κατέβει.



Το χέρι του Θεού μου σώζει τη ζωή!

Μια βραδιά γνώρισα σε μια καφετέρια στη Νίκαια τον Έντυ απ’ τη Γερμανία. Φαινόταν εντάξει παιδί, αλλά δεν ήταν καθόλου. Αρχίσαμε μαζί να «κτυπάμε» αυτοκίνητα. Ο Έντυ, ήταν ειδικός στα Ford Taunus, τα 17άρια, που ήταν ωραία αυτοκίνητα εκείνης της εποχής. Στην παρέα μας μπήκε και ο Γιάννης, φίλος μου, με τον οποίο κλέβαμε μηχανάκια, τώρα «οι δουλειές» αυξήθηκαν…..

Στην αρχή, παίρναμε τα αυτοκίνητα για πλάκα και για να κάνουμε φιγούρα στα κορίτσια. Αργότερα, ο Έντυ που είχε τέτοιες «εμπειρίες» απ’ τη Γερμανία, άρχισε να μας λέει πως θα βγάζαμε και λεφτά απ’ αυτό. Δεν πρόλαβε όμως.

Ένα βράδυ, στα Καμίνια του Πειραιά, είχαμε πάρει ένα τέτοιο αυτοκίνητο, έξω από το σπίτι του ιδιοκτήτη του ενώ από τη αυλή ακούγονταν ομιλίες και γέλια. Τόσο ήταν το θράσος μας…. Καθώς όμως μπήκαμε γρήγορα μέσα και πήγε ο Έντυ που το οδηγούσε να βγει στον δρόμο, παραλίγο να χτυπούσαμε με ένα άλλο Ι.Χ., που ερχόταν από αριστερά μας. Ο οδηγός του, που «έτυχε» να είναι γνωστός τις οικογένειας του ιδιοκτήτη, μας κοίταξε με έκπληξη, αλλά συνέχισε την πορεία του από πίσω μας. Λίγο αργότερα καταλάβαμε ότι μας ακολουθούσε.

Η σοφή παροιμία λέει: ‘’ Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη….’’. Καθώς λοιπόν ο οδηγός του αυτοκινήτου που μας ακολουθούσε ήταν γνωστός του ιδιοκτήτη, αλλά και αστυνομικός, κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε…..
Είχαμε τύχη βουνό…!!

Τώρα όμως γνωρίζω, ότι ο Θεός τον έστειλε, για να σταματήσει την τρελή πορεία που είχε πάρει η ζωή μου… Έτσι λοιπόν, καθώς μας ακολουθούσε , ο Έντι , σανίδωσε το γκάζι και πήγαινε ‘’μες ’ τα όλα’’ .

Βγαίνοντας λοιπόν σ ΄ ένα κεντρικό δρόμο, παραβίασε το STOP, για να τοθ ξεφύγει… Καθόμασταν και οι τρείς μπροστά. Μόλις βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο, κοίταξα από δεξιά και είδα δυο δυνατά φώτα να έρχονται με ταχύτητα απάνω μας….. Ήταν ένα ταξί που ήρθε από δεξιά μας και μας χτύπησε ακριβώς στην πόρτα που καθόμουν εγώ . Μας έριξε στην απέναντι γωνία τοθ δρόμου, πάνω σ ‘ ένα σπίτι, ενώ γεμίσαμε αίματα. Κοίταζα να δω που είχα χτυπήσει, αλλά δεν είχα τίποτα. Ο Γιάννης όμως που καθόταν στην μέση, είχε σκίσει το φρύδι του απ’ τα γυαλιά του παρμπρίζ κα ο Έντι βογκούσε από τον πόνο, καθώς το τιμόνι είχε σφηνωθεί στο στομάχι του.

Πηδήξαμε αμέσως με τον Γιάννη από το σπασμένο παράθυρο και αρχίσαμε να τρέχουμε. Πίσω μας ακούγαμε πυροβολισμούς και φωνές για να σταματήσουμε. Ήταν ο αστυνομικός που προφανώς πυροβολούσε στον αέρα. Τελικά του ξεφύγαμε. Ήμασταν όμως μες στα αίματα καθώς από το σκίσιμο που είχε στο φρύδι του ο Γιάννης το αίμα έτρεχε ‘’ποτάμι’’… Σταματήσαμε γρήγορα ένα ταξί και μες στο σκοτάδι ο οδηγός δεν κατάλαβε ότι του γεμίσαμε τα καθίσματα με αίμα. Φτάσαμε στο σπίτι μου και σιγά σιγά να μην ξυπνήσει η μητέρα μου και μας καταλάβει του έδωσα κάποιες πρώτες βοήθειες για να σταματήσει το αίμα και να φύγει. Μόλις έφυγε η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και πήγαινε να σπάσει. Ήμουν μόλις 14 χρονών. Αφού πλύθηκα έπεσα στο κρεβάτι μου και στριφογυρνούσα με αγωνία μέχρι που άκουσα απ ΄ έξω ένα αυτοκίνητο να σταματά και το κουδούνι της πόρτας να χτυπά. Η μητέρα μου σηκώθηκε τρομαγμένη, άνοιξε και άκουσε τον αστυνομικό να λέει: «Που είναι ο αλήτης ο γιός σου; Συλλαμβάνεται για κλοπή αυτοκινήτου» και μπαίνοντας μέσα οι αστυνομική σαν σίφουνες, έρχονται στο κρεβάτι μου και με βουτάνε από τα μαλλιά και σχεδόν με σέρνουν στο αυτοκίνητό τους. Πίσω μου ακούω την μητέρα μου να φωνάζει κλαίγοντας: «Τι έκανες παιδί μου; Γιατί γιέ μου…» ενώ όλη η γειτονιά είχα ξεσηκωθεί και σχολίαζε.

Στην Ασφάλεια έφαγα «το ξύλο της αρκούδας». Με έβαλαν σ’ ένα κρύο κελί στο κρατητήριο και μετά έφεραν και τον Γιάννη με «μπαταρισμένο» κεφάλι. Ήθελαν να μας φορτώσουν και άλλες πολλές κλοπές αλλά ο Θεός μας φύλαξε.

Η μητέρα μου με επισκεπτόταν συχνά και προσευχόταν για μένα. Μετά από μια βδομάδα και αφού ορίστηκε η μέρα που θα δικαζόμασταν γυρίσαμε σπίτια μας.

Σε μερικούς μήνες έγινε το δικαστήριο και εγώ με τον Γιάννη πήραμε τριετή αναστολή με επιμέλεια γονέων ενώ ο Έντυ ‘’ έφαγε ‘’ μερικά χρόνια φυλακή.

Εκεί λοιπόν στο δικαστήριο καθώς η Πολιτική Αγωγή του ιδιοκτήτη ζητούσε αποζημίωση που καταστρέψαμε το αυτοκίνητο του έπεσε στα χέρια μου μια φωτογραφία που έδειχνε το αυτοκίνητο που είχαμε κλέψει και τρακάρει πως έγινε μετά το τρακάρισμα.

Με μεγάλη μου έκπληξη είδα ότι η δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου είχα φτάσει σχεδόν μέχρι το κιβώτιο τον ταχυτήτων! Διερωτήθηκα λοιπόν εγώ που ήμουν; Εκεί ήμουν φυσικά, εκεί καθόμουν αλλά το χέρι του Θεού ήταν επίσης εκεί!

Καθώς το σκεφτόμουν πάγωσα! Θα μπορούσα να ήμουν νεκρός αλλά ο Κύριος με φύλαξε. Μετά από λίγο όμως και αυτό το θαυμαστό που έκανε ο Θεός για μένα το ξέχασα.



Χωρίς παρανομίες αλλά με πολλές ανομίες

Γλύτωσα λοιπόν το αναμορφωτήριο με αναστολή 3 χρόνια… Τώρα έπρεπε να είμαι καλό παιδί. Δεν ήμουν πια παράνομος αλλά συνέχιζα να είμαι άνομος, αμαρτωλός και να γίνομαι όλο και περισσότερο. Εκείνη την εποχή έπεσε η χούντα και ο κόσμος χαιρόταν αλλά εγώ δεν καταλάβαινα και πολλά για τα πολιτικά και γι’ αυτό δεν μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα.

Η μητέρα μου βλέποντας με να στρώνω λιγάκι ήταν ευχαριστημένη και με ενθάρρυνε να συμμετέχω σε νεανικά χριστιανικά συνέδρια, στον Κάλαμο, στη Θεσσαλονίκη και στο Πόρτο Ράφτη. Πήγα μερικές φορές και κάποια από αυτές είχα ένα δυνατό άγγιγμα από τον Θεό.

Ένα καλοκαίρι στο Πόρτο Ράφτη σε ένα τέτοιο συνέδριο συνέβη κάτι δυνατό μέσα μου. Μια δύναμη γλυκύτητας άρχισε να χαϊδεύει την πληγωμένη μου ψυχή, έτσι ένιωθα. Είχα ζητήσει το Χριστό να αλλάξει την ζωή μου είχα αρχίσει να προσεύχομαι, μου άρεσε η Καινή Διαθήκη αλλά μάλλον δεν ήθελα και πολύ να αλλάξω γιατί μετά από λίγο καιρό η γλυκιά εκείνη επιρροή άρχισε να χάνεται.

Το κενό ξαναγύρισε. Ξεκίνησα και πάλι τη νυχτερινή ζωή, ξενυχτούσα πίνοντας και κυνηγούσα σχέσεις και ηδονές σαν διψασμένο από την ξηρασία ελάφι. Είχα γίνει μόλις 18 χρονών και ένιωθα 108. Είχα αρχίσει να απογοητεύομαι, να απελπίζομαι, να ρωτάω τον εαυτό μου γιατί ζω, που πάω, που θα καταλήξω.



Τα χέρια Του με ψάχνουν στη λάσπη…

Εκείνη την εποχή, η ξαδέρφη μου η Δήμητρα θα πήγαινε σε ένα Χριστιανικό Συνέδριο Νεολαίας στην Κηφισιά και για να την αφήσει ο πατέρας της του είπε ότι θα πήγαινα και εγώ. Όταν με κάλεσε τη ρώτησα: « Κοπέλες θα έχει; » και εκείνη μου απάντησε: « Βέβαια και μάλιστα πολλές ». Δεν κοιτούσα τα χάλια μου ήθελα και κοπέλες. Έτσι όμως είναι ο άνθρωπος που βρίσκεται μακριά απ’ τον Θεό. Δεν μπορεί να δει καθαρά είναι τυφλός πνευματικά. Όταν φτάσαμε στο Συνέδριο κατάλαβα γρήγορα πως ότι υπάρχουν εκεί άνθρωποι σαν και εμένα, που ήταν ‘’τυφλοί’’ και ‘’ψάχνονταν’’, αλλά υπήρχαν και άλλοι που είχαν μία λάμψη. Είχαν μια σιγουριά και μία χαρά που άρχισα να ζηλεύω. Καθώς κυλούσαν οι ώρες ένοιωθα τον κόσμο που είχα χτίσει μέσα μου να ανατρέπεται. Δεν είχα καμιά όρεξη πια για ‘’καμάκι’’ στις κοπέλες. Άρχισα να αναζητώ αυτό το τόσο αληθινό που έβλεπα. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στη σκέψη ότι μπορώ να γίνω έτσι χαρούμενος, ελεύθερος, σίγουρος. Κάθε τόσο στις ώρες που κάποιος μιλούσε απ’ το Ευαγγέλιο η καρδιά μου μαλάκωνε δεχόμουνα την Αλήθεια άρχιζα να ταπεινώνομαι.

Ένα βράδυ άκουσα και κατάλαβα για πρώτη φορά τόσο δυναμικά και προσωπικά το έργο του Χριστού στον σταυρό. Κατάλαβα ότι εκεί πάνω πέθανε για όλους τους αμαρτωλούς αλλά και για εμένα προσωπικά και αυτό γιατί μ’ αγαπούσε και ήθελε να αλλάξει την ζωή μου.



Με βρήκε, με σήκωσε, με καθάρισε….

Στο κάλεσμα που έγινε για προσευχή δεν μπορούσε το μυαλό μου να συγκρατήσει τα πόδια μου που έπαιρναν εντολές από την καρδιά μου. Είχα βγει στο διάδρομο και περπατούσα βγήκα μπροστά έπεσα κάτω στα γόνατα και άρχισα να κλαίω. Εκείνη την ώρα κάλεσα τον Χριστό να με συγχωρέσει απ’ τις αμαρτίες μου και να έρθει στην ζωή μου. Ένα μεγάλο άγχος και μια μεγάλη ανασφάλεια έφυγαν σαν πελώριο βάρος απ’ τις νεανικές μου πλάτες.

Εκείνη την στιγμή ξαναγεννήθηκα. Σηκώθηκα μετά από ώρα όρθιος ενώ όλοι γύρο μου τραγουδούσαν χαρούμενα τραγούδια για τον Χριστό. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει από χαρά. Ένοιωθα σαν μικρό παιδί. Ήθελα να αγκαλιάσω όλων τον κόσμο. Μια θαυμαστή ειρήνη και γλυκύτητα πλημμύρισαν το μυαλό μου και την ψυχή μου.



Είμαι νέο δημιούργημα…

Μετά έρχονταν διάφοροι νέοι και μου έλεγαν ενθαρρυντικά λόγια , χαίρονταν επειδή εγώ χαιρόμουν, επειδή βρήκα νόημα στην ζωή, επειδή βρήκα τον Χριστό. Αυτό πολύ με είχα αγγίξει. Ένιωθα με τη χαρά που έβλεπα στα πρόσωπά τους ότι επιβράβευαν την απόφαση που πήρα να δεχτώ τον Χριστό στην καρδιά μου. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά ήταν και μια συμπαθητική κοπέλα που ήρθε να με χαιρετήσει την έλεγαν Έφη Γκατζέλια και ήταν αδερφή του φίλου μου του Μάρκου. Δεν ήξερα τότε ότι αυτή η κοπέλα θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ζωή μου. Από εκείνο το συνέδριο έφυγα βέβαια άλλος άνθρωπος. Ήταν το Σαββατοκύριακο της 25ης Μαρτίου, του 1978. Όταν πήγα σπίτι η μητέρα είδε αμέσως την αλλαγή μου και καταχάρηκε. Τη Δευτέρα κιόλας ήρθαν οι φίλοι μου να με πάρουν για να πάμε σ’ ένα πάρτι και άρχισαν να με κοιτούν παράξενα. «Κάτι σου συμβαίνει εσένα» μου έλεγαν. Πριν εγώ τους πω οτιδήποτε είχαν διακρίνει την αλλαγή του Χριστού πάνω μου. Τους λέω: «Παιδιά δεν μπορώ πλέον να ακολουθήσω την ζωή που κάνετε. Τώρα αγαπώ τον Χριστό.» Πάγωσαν!

Η κοπέλα μου με κοιτούσε σαστισμένη. Μετά άρχισαν να γελάνε και να φιλοσοφούν. Ήθελαν να με πείσουν ότι έχω ‘’φάει κόλλημα’’ ότι έπαθα ψύχωση. Αργότερα κάποια φορά πήγα μαζί τους στη ντίσκο όμως δεν μου ερχόταν να χορέψω ούτε ήθελα να πιώ όπως έκανα παλιά γιατί ήμουν ήδη χαρούμενος γεμάτος από την χαρά τοθ Χριστού. Εκείνοι χόρεψαν, ήπιαν, ‘’τρίφτηκαν’’ με τις κοπέλες τους αλλά μετά ήταν άδειοι, μάλωσαν μεταξύ τους και έφυγαν όπως πάντα δυστυχισμένοι. Αυτή την ζωή την είχα φάει με το ‘’κουτάλι’’ και είχα μπουχτίσει. Δεν άλλαζα τη νέα ζωή που μου είχε δώσει ο Χριστός με αυτά τα σκουπίδια. Είχα πια άλλα ενδιαφέροντα. Διάβαζα την Καινή Διαθήκη με μεγάλη όρεξη γιατί εκεί μέσα έβρισκα χαρά, ειρήνη, δύναμη, βοήθεια και ένοιωθα τον Θεό να μιλάει προσωπικά στην καρδιά μου.

Άρχισα να αγαπώ τον πατέρα μου με την δύναμη του Θεού τον συγχώρεσα και ελευθερώθηκα από την πικρία που είχα μέσα μου γι’ αυτόν. Εκείνο τον καιρό είχα μια πνευματική μεταστροφή. Είχα επιστρέψει στον Θεό. Τελικά όμως χώρισε με την μητέρα μου και παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα στην Γερμανία. Πριν μερικά χρόνια η γυναίκα αυτή τον εγκατέλειψε και τώρα είναι μόνος. Τον αγαπώ και προσεύχομαι γι’ αυτόν.



ΗΛΙΑΣ ΑΡΜΕΝΗΣ,
ΑΘΗΝΑ,
e-mail: eliasarmenis@gmail.com




επιστροφη